παρανοώ

παρανοώ
(ε) μετ. неправильно, ошибочно понимать; превратно истолковывать

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "παρανοώ" в других словарях:

  • παρανοώ — παρανοώ, παρανόησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • παρανοώ — έω, ΝΑ [νοώ] αντιλαμβάνομαι κάτι εσφαλμένα, παρεξηγώ, παρερμηνεύω («παρανόησε τα λεγόμενά μου») αρχ. παραφρονώ, τρελαίνομαι («ἐὰν τις αἰτιᾱται τινα παρανοοῡντα τὰ ἑαυτοῡ ἀπολλύναι», Αριστοτ.) …   Dictionary of Greek

  • παρανοώ — παρανόησα, παρανοήθηκα, καταλαβαίνω λάθος, παρεξηγώ, πλανιέμαι, γελιέμαι: Οι υποψήφιοι παρανόησαν το θέμα της έκθεσης κι έγραψαν άσχετα πράγματα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παρανοῶ — παρανοέω think amiss pres subj act 1st sg (attic epic doric) παρανοέω think amiss pres ind act 1st sg (attic epic doric) παρανοέω think amiss pres subj act 1st sg (attic epic doric) παρανοέω think amiss pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • απεκδέχομαι — (AM ἀπεκδέχομαι) 1. περιμένω με λαχτάρα 2. ελπίζω, προσδοκώ αρχ. μσν. εικάζω, συμπεραίνω αρχ. παρανοώ, παρερμηνεύω …   Dictionary of Greek

  • παρ(α)- — α συνθετικό πολλών συνθέτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής που ανάγεται στην πρόθεση παρά. Απαντά και με τη μορφή παραι σε συνθ. τής Αρχαίας Ελληνικής (πρβλ. παραι βάτης). Το παρ(α) συντίθεται με ρήματα, ονόματα και επιρρήματα και εμφανίζει… …   Dictionary of Greek

  • παράνοια — (Ιατρ.). Ψυχοπάθεια που χαρακτηρίζεται από την παρουσία ενός συστηματικού παραληρήματος, το οποίο έχει οικοδομηθεί λογικά ξεκινώντας από ψευδή δεδομένα και αντιτάσσεται σε κάθε κριτική και, ακόμα, στα πιο οφθαλμοφανή γεγονότα. Το σύμπλεγμα των… …   Dictionary of Greek

  • παρακούω — ΝΜΑ 1. ακούω άλλο αντί άλλου, ακούω κάτι διαφορετικά από ό,τι λέγεται, ακούω κάτι εσφαλμένα («παρορῶσί τε καὶ παρακούουσι καὶ παρανοοῡσι πλεῑστα», Πλάτ.) 2. αντιλαμβάνομαι πλημμελώς, παρανοώ 3. επιδεικνύω απείθεια, ανυπακοή σχετικά με εντολή που… …   Dictionary of Greek

  • παρακοώ — άω, ΜΑ παρανοώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + κοῶ* ( έω / άω) «ακούω, καταλαβαίνω»] …   Dictionary of Greek

  • παρανόημα — τὸ, Α [παρανοώ] σφάλμα λογικής …   Dictionary of Greek

  • παρανόηση — ἡ / παρανόησις, ήσεως, ΝΑ [παρανοώ] νεοελλ. εσφαλμένη κατανόηση, πλάνη σχετικά με το νόημα που έχει κάτι, παρερμηνεία, παρεξήγηση αρχ. παράνοια …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»